Your browser is not supported for the Live Clock Timer, please visit the Support Center for support.

Παλαιοπυργιώτες αγωνιστές του 1821

ΜΗΤΡΟΣ  ΜΠΟΝΤΑΪΤΗΣ

Ο Μήτρος Μπονταϊτης ήταν αξιωματικός Ε’ τάξεως (Λοχαγός) και σκοτώθηκε κατά τα ιμβραημικά. Είναι γνωστός για τη γενναία πολεμική του δράση αλλά και για την συμμετοχή του στις εσωτερικές διαμάχες στην Τρίπολη το 1824. Είχε συνδεθεί φιλικά με  το Μπεκίρ πασά, θείο του γνωστού Κιαμίλ-μπεη της Κορίνθου. ‘Όταν ο Μπεκίρ πασάς κατέφυγε στην Αίγυπτο, ο Μπονταϊτης τον ακολούθησε.

Μετά την επιστροφή του από την Αίγυπτο και έχοντας, άγνωστο πως, αποκτήσει πολλά πλούτη, ασχολήθηκε με το εμπόριο. Κατά την διάρκεια των πρώτων εμφυλίων συγκρούσεων έδρευαν στην Τρίπολη στρατιώτες πιστοί στον Κολοκοτρώνη, που αγόραζαν διάφορα εμπορεύματα με κάλπικα τούρκικα νομίσματα και γενικώς ζούσαν σε βάρος των Τριπολιτών. Η δυσαρέσκεια των κατοίκων της πόλης συνεχώς μεγάλωνε, χωρίς να λαμβάνεται κανένα μέτρο από τη Διοίκηση. Ορισμένοι από αυτούς αποφάσισαν να αντιδράσουν ακόμα και με τα όπλα. Με επικεφαλής τους Γ. Βάρβογλη, φανατικό εχθρό του Κολοκοτρώνη, Μήτρο Μπονταϊτη και το γαμπρό του Γ.Γαλανόπουλο ίδρυσαν την εταιρεία “Αδελφότης”, η οποία με την εξάπλωση των διενέξεων μετατράπηκε σε καθαρά στρατιωτική οργάνωση και περίμενε την κατάλληλη ευκαιρία για να δράσει. Κι’ αυτή δεν άργησε να έρθει. Στο τέλος του Ιανουαρίου του 1824 ο Β.Στάϊκος, αξιωματικός του Παπαφλέσσα, που τότε βρισκόταν στην Τρίπολη, μάλωσε με ένα Τριπολιστιώτη φούρναρη και τον σκότωσε. Η Αδελφότητα αντέδρασε και ζητούσε να της παραδοθεί ο φονιάς. Με επέμβαση του Πολιτάρχη Μπιλίδα τους παραδόθηκε και αυτοί τον κατακρεούργησαν.

Μετά την πράξη τους αυτή, οι αρχηγοί της Αδελφότητας αποφάσισαν να εκτελέσουν τον Κολοκοτρώνη. ‘Εστησαν ενέδρα σε ένα σπίτι μπροστά από το οποίο θα πέρναγε ο Κολοκοτρώνης και θα επετύγχαναν το σκοπό τους αν την τελευταία στιγμή δεν μετάνοιωνε ο συνωμότης Αναστάσης Σαράτσης ή Τσάτσος που μπήκε μπροστά στο παράθυρο και δεν άφησε τους άλλους να πυροβολήσουν.

Ο Κολοκοτρώνης έμαθε τι συνέβη και κάλεσε στην Τρίπολη το γιό του Γενναίο που βρισκόταν στο Ναύπλιο. Τότε ο Μήτρος Μπονταϊτης έδωσε το σύνθημα της εξέγερσης. Δικοί του άνθρωποι την ημέρα της εορτής του Αγίου Δημητρίου έλεγαν στους μαγαζάτορες “βοήθειά σας ο Αη Δημήτρης” που για τους συνομώτες σήμαινε ότι έπρεπε να πάρουν τα αρματά τους και να συγκεντρωθούν σε κάποιο σημείο. Επεμβαίνει ο Γενναίος και άρχισε το τουφεκίδι. Οι Τριπολιτσιώτες με αρχηγό το Μπονταϊτη πιάνουν τη μεγάλη Ντάπια. Επιμένουν με πείσμα στην αντίσταση κατά των στρατιωτών του Κολοκοτρώνη παρ’ όλο που οι φίλοι τους που είχαν ταμπουρωθεί σε διάφορα σπίτια γύρω από αυτή έχουν παραδοθεί. Ο Κολοκοτρώνης διατάζει και καίνε το σπίτι του Μπονταϊτη και του Μανιατόπουλου που ήταν μαζί του στη μεγάλη Ντάπια. Η πολιορκία της μεγάλης Ντάπιας κράτησε τρεις μέρες οπότε ο Μπονταίτης με το Μανιατόπουλο την εγκατέλειψαν και πήγαν στο Κρανίδι όπου οι αντίπαλοι του Κολοκοτρώνη τους υποδέχθηκαν σαν ήρωες.

Στην έκδοση της Ακαδημίας Αθηνών που αναφέρεται στα διάφορα τραγούδια της πατρίδας μας υπάρχει ένα κλέφτικο τραγούδι για το Μήτρο Μπονταϊτη και εισαγωγικά αναφέρεται: ” Ο Μήτρος Μπονταϊτης, από το χωριό Μποντιά Μαντινείας,  είχε  συνδεθεί  φιλικά  με  το  Μπεκίρ πασά, θείο του γνωστού Κιαμίλ-μπεη της  Κορίνθου.

‘Οταν ο Μπεκίρ πασάς κατέφυγε στην Αίγυπτο, ο  Μπονταϊτης  τον  ακολούθησε.

Κατά  το  1824  επέστρεψε στην Τρίπολη και αναμείχθηκε ενεργά στην  αντικολοκοτρωναίικη φατρία, ως μέλος της εταιρείας ”Αδελφότης”. Μετά τις διαμάχες του έτους εκείνου  ονομάστηκε  αντιστράτηγος από την κυβέρνηση Κουντουριώτου και διορίστηκε φρούραρχος της Τρίπολης.

Επειδή κατηγορήθηκε  ως  σφετεριστής  της εξουσίας, η κυβέρνηση του αφαίρεσε τη φρουραρχία της Τρίπολης και  τον διέταξε να  εκστρατεύσει  υπό  τον Σκούρτη κατά του Ιμβραήμ. Κατά την εκστρατεία αυτή έπεσε μαχόμενος κοντά στο χωριό Λάκκοι Μεσσηνίας.

Θέμα του τραγουδιού είναι η  αγγελία  του  θανάτου  στη χήρα γυναίκα του, τη μικροπαντρεμένη”.

 

Υπάρχουν δύο παραλαγές του τραγουδιού.

A

Ποιός είν’ άξιος κι ογλήγορος, ποιός είναι παλικάρι,

να πάει να πει της Μήτραινας, της μικροπαντρεμένης,

να μήν αλλάξει τη Λαμπρή, φλουριά να μη φορέσει, το Μήτρο τον σκοτώσανε.

Β

Ποιός είν’ άξιος κι ογλήγορος, άξιος και παλικάρι,

να πάει να πει της Μήτραινας, του δόλιου Μπονταϊτη,

να μήν αλλάξει τη Λαμπρή, φλουργιά να μη φορέσει,

το Μήτρο τον σκοτώσανε, το δόλιο της τον άντρα.

Κάτου στους Λάκκους κείτεται, κορμί δίχως κεφάλι,

μαύρα πουλιά το ντρογυράν κι άσπρα τον παραστέκουν,

κ’ ένα πουλί, καλό πουλί, κάθεται στο κεφάλι.

Τ’ άλλα πουλιά του λέγανε, τ’ άλλα πουλιά του λένε.

Δε ντρώς και σύ, καλό πουλί, απ’ αντριωμένου πλάτες,

να κάνεις πήχη το φτερό, και πιθαμή το νύχι.

 

ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΤΡΗΣ
( Απόσπασμα από το βιβλίο του Ευάγγελου Φίλη « Ο ΠΑΛΑΙΟΠΥΡΓΟΣ ΑΡΚΑΔΙΑΣ »

Για την προεπαναστατική περίοδο λίγα είναι γνωστά για τις αγωνιστικές δραστηριότητες των κατοίκων του χωριού. Από έμμεσες πηγές αντλούμε ορισμένα στοιχεία για τους Μπονταϊτες που πήραν μέρος στον κλέφτικο αγώνα.
Γνωστότερος από τους Μπονταϊτες κλέφτες είναι ο Βασίλης Κατρής ο Κατριμουστάκης. Ο Κατριμουστάκης είχε ενεργό συμμετοχή στον κλέφτικο αγώνα, αλλά τη φήμη του την απόκτησε από την ηρωική του δράση κατά τον απελευθερωτικό αγώνα του ‘Εθνους το 1821 και μετά. Πληροφορίες για τον Κατριμουστάκη παίρνουμε από το Φωτάκο, το βιογράφο του Κολοκοτρώνη.
Κυρίως αναφέρεται η ηρωική του δράση κατά τη μάχη του Λεβιδίου δίπλα στον καπετάνιο Αναγνώστη Στριφτόμπολα. ‘Οπως αναφέρει ο Φωτάκος κατά την ένδοξη μάχη του Λεβιδίου, ο Αναγνώστης Στριφτόμπολας κλείστηκε με τα παλικάρια του στ’Αγυρέϊκα σπίτια. Εκεί ένα τούρκικο βόλι τον βρήκε στο λαιμό και τον άφησε νεκρό μέσα στο σπίτι του Πανάγου Αργύρη. Τότε ο Μπονταϊτης Κατριμουστάκης, παλαιός κλέφτης, τον σκέπασε με τη φλοκάτη κάπα του και γυρνώντας στα παλικάρια που πολεμούσαν τους είπε:” ο καπετάνιος κουράστηκε και κοιμάται, θα σας δίνω εγώ τώρα βόλια”. ‘Ετσι εμψυχώνοντας τους μαχητές στην πιο κρίσιμη στιγμή της μάχης κράτησε ψηλά το ηθικό των Ελλήνων και τους οδήγησε στη νίκη.
Χρήσιμο είναι να παραθέσουμε στο σημείο αυτό το άρθρο του συμπατριώτη μας Γεωργίου Ι.Παναγιωτόπουλου που δημοσιεύθηκε στο ημερολόγιο των Αρκαδικών Μελετών τόμος ΙΑ το 1992 και αναφέρεται στη ζωή και τη δράση του Καπετάν Βασίλη Κατριμουστάκη, το λιοντάρι του Μποντιά.
” ‘Ενα μικρό τσοπανόπουλο δεκαπεντάχρονο, ψηλόλιγνο, έβοσκε τα πρόβατά του στην πάνω βρύση του χωριού Μποντιά, της Μαντινείας, του σημερινού Παλαιόπυργου. Σεπτέμβρης του 1785 της τουρκοκρατούμενης τότε πατρίδας. Οταν ο Αλή Ρουστέμι,ένας βλογιοκομένος κι άγριος τουρκοαρβανίτης, πρωτοπαλήκαρο του αγά στο Μποντιά, θέλησε με τη βία,να του πάρει δύο πρόβατα. Στην άρνηση και στα παρακάλια του αγοριού, στάθηκε αδύνατο να μαλακώσει η καρδιά του σκυλαρβανίτη. Χτύπησε στο πρόσωπο το παιδί και κείνο τον μαχαίρωσε. Στο νύχτωμα, πρόφτασε να χαιρετήσει τον πατέρα του το γέρο Αποστόλη Κατριμουστάκη, λεβεντόγερο και αγαπητό στο χωριό, πήρε την ευχή του, τις συμβουλές του και λίγους παράδες και τράβηξε για το βουνό της Αρμενιάς, γνώριμο λημέρι του.
Μέρες περιπλανιόταν νηστικό το αγόρι. Κοίταζε το χωριό, σκεφτόταν τους δικούς του και τα μάτια του γέμιζαν δάκρυα. Οι Τούρκοι βασανίσανε για λίγο τους δικούς του. Μα όπως ήτανε καλοί και ο αγάς μετρημένος, ξεχάστηκε για λίγο ο φόνος του αρβανίτη. Μα για το παιδί ούτε λόγος. Όπου το πιάνανε θα πλήρωνε. Πεινασμένο τ’αγόρι χτύπησε νύχτα την πόρτα του μοναστηριού της Κανδύλας.
– Πάτερ Σοφρώνιε! Εγώ είμαι.
– Ποιός,ωρέ, τέτοια ώρα;
– Ο Βασίλης του γερο Κατρή
– ‘Ελα τσοπανάκο. Τι έπαθες νυχτιάτικα; και του άνοιξε. Τούδωσε να φάει και τουείπε την ιστορία του. ‘Ητανε από το Καστράκι της Γορτυνίας ο Σοφρώνιος ο καλόγερος,φίλος του πατέρα του. Τρεις μέρες έμεινε κρυμμένος σε Μοναστήρι. Την τέταρτη μέρα, ξεπροβόδισε με ψωμί στοντορβά και ένα γράμμα του καλόγερου για το βοσκό Τρύφωνα Λιάζο, στο Καστράκι. Να το κρατήσει το παιδί και να το προσέχει. Κι ο Λάζος, το’ στειλε σ’ ένα φίλο του στην Κερπινή, ύστερα από μέρες, φοβισμένος, με γράμμα.
– Για μπιστικό άμα με θες, αφέντη,είμαι καλός. Το Μποντιά είναι το χωριό μου, μα έφυγα, γιατί με κυνηγάνε οι Τούρκοι.
Γέλασε ο Κερπινιώτης.
– Εσένα ρε αμάλλιαγο;
– Εμένα, αφέντη.
Είπε την ιστορία του. Συγκινήθηκε ο βοσκός, το κράτησε το παιδί, το φίλησε σταυρωτά και του είπε:
– Εδώ δεν έχουμε φασαρίες με την Τουρκιά, αλλά άμα μας στριμώξουν, ξέρεις!
– Ναι αφέντη,ξέρω.
Φύλαγε τα πρόβατα το αγόρι. Ένα παλιό καριοφίλι κρεμόταν στο μαντρί. Τόχε λέει ο Κερπινιώτης για τα ζούδια, μα ονειρευόταν τη λευτεριά και έλεγε:
– Βασίλη, εγώ μπορεί να μην είμαι. Εσύ θάσαι και το γένος μας θα σηκωθεί μια μέρα να διώξει τον τύραννο.
Το μάθαινε να σημαδεύει, να φτιάχνει χαρτόντσα, ν’ ακονίζει τη στουρναρόπετρα, να κάνει χωσιές και καραούλι. Μα οι σπιούνοι και οι προδότες υπάρχουν παντού. Οι τούρκοι ανακατεμένοι, μάθανε την ιστορία και το μουρμουρίζανε. Το’ μαθε ο Κερπινιώτης, το είπε στο παιδί.
– Καλό θα ‘τανε, Βασίλη, να μη μείνεις για πολύ εδώ ακόμα. Χρόνος πέρασε.
– Ξέρω, αφέντη, καταλαβαίνω, κιντυνεύεις. Φεύγω τη νύχτα, όπου δουν τα μάτια μου. Μια χάρη, κοίταξε το παλιό καριοφίλι. Ο αφέντης δάκρυσε. Πήρε το όπλο, το κρέμα σε στον ώμο του παιδιού, θαύμασε το ψηλόλιγνο παλληκαράκι, τ’ αγκάλιασε, το φίλησε και με κομμένη φωνή του είπε:
– Να προσέχεις.
‘Ωσπου χάθηκε στη ρεματιά, το παρακολούθαγε με θολά μάτια. Ένα έλατο μπρος του, λύγαγε στον αέρα σαν την κορμοστασιά του αγοριού. Σκούπισε τα μάτια του, σταυροκοπήθηκε για τ’αγόρι και με μάτια ξαναγεμάτα, είπε:
-‘Αντε,μωρέ Παντοδύναμε, δικέ μας, και πότε θάρθει η λευτεριά του γένους.
Ένας πρωτοκλέφτης γεννήθηκε.’Ενας αρματωλός που θα χτυπήσει σκληρά τον τύραννο. Ο Βασίλης Αποστόλη Κατριμουστάκης, ο καπετάν Κατρής του Μποντιά. Το λιοντάρι του. Γι’αυτόν τον αγωνιστή δεν έχουμε στοιχεία για τη δράση του, ως το 1802, που τον βρίσκουμε κοντά στο φημισμένο αρματολό καπετάν Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη. Ξέρουμε μόνο πως είχε πριν δικό του μπουλούκι, ομάδα. Από τα σχολικά χρόνια, το 1939,ο μακαρίτης δάσκαλός μας στον Μποντιά, παπα Θόδωρος Δραβήλας, μας μιλούσε για τη ζωή και τη δράση του Κατριμουστάκη και μας απάγγελνε το τραγούδι του. Τις άλλες πληροφορίες συγκεντρώσαμε από διηγήσεις παλαιών Μπονταϊτών, τα γενικά αρχεία του Κράτους, το Φωτάκο, τον Κόκκινο, Σπύρο Μελά, Παπαρηγόπουλο, Φραντζή, το αρχείο της οικογένειας Κατριμουστάκη στην Τρίπολη, το δισέγγονό του φίλο δάσκαλο Βασίλη Κατριμουστάκη και το πλοίαρχο (από τα Κακουρέϊκα) Νίκο Κωστάρα, τους οποίους ευχαριστώ για τη βοήθειά τους. Δεν γνωρίζουμε ακόμη ούτε γιατί και πότε μετοίκησε από το Μποντιά στα Κακουρέϊκα, ούτε πόσα χρόνια πέρασε εκεί. Στο Μποντιά είχε έναν αδερφό μικρότερο, το Γιάννη Α. Κατρή που μετοίκησε στο Ναύπλιο. Η γυναίκα του Κατριμουστάκη ήταν από τη Βυτίνα, από την οικογένεια των Θαλασσιναίων. Το σίγουρο είναι πως τη Γορτυνία την αγάπησε πολύ, γιατί πέρασε εκεί το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Γι’ αυτό τιμήθηκε και αγαπήθηκε απ’ όλους εκεί. Είχε φιλίες με το Σωτήρη Χαραλάμπη, πρωτοκαπετάνιο της Κατσάνας και των Χασίων, με τον Αναγνώστη Στριφτόμπολα της Κερτέζης, που τον λάτρευε, με τους α-δελφούς Σολιωτέους και πιο πολύ το Νίκο Σολιώτη. Ο Σολιώτης είχε έναν αδελφό μουγκό,που είχε πολεμήσει με τον Κατριμουστάκη και τον αγάπαγε πολύ. Τον έλεγε « Κάτα » γιατί αυτό μπορούσε να προφέρει από το επώνυμό του. Τον τραβούσε από το μεϊντάνι, γύμνωνε κι έπαιζε το γιαταγάνι του και τού ‘δειχνε τα βουνά, θυμίζοντας του πολέμους, έτοιμος να ξαναρχίσει. Ο μουγκός πάντα έβγαζε παλικάρι το Νίκο Σολιώ-τη. Ήταν λιοντάρι στη μάχη του Λεβιδιού. Μιά ματιά του αδελφού και του μουγκού το γιαταγάνι έκοβε σαν αστραπή.
Με το Ζαχαριά πήρε μέρος ο Κατριμουστάκης στη μάχη της λίμνης Τάκας, έξω από τηνΤρίπολη, ως το 1805,που την ίδια χρονιά ο Σερεμέτ Μπέης, με μεγάλες δυνάμεις, πολέμησε και διάλυσε τη Μοραΐτικη κλεφτουριά. Ο Ζαχαριάς σκοτώθηκε ύστερα από προδοσία του κουμπάρου του Κουκέα, για λύτρα και ο τελευταίος απαγχονίστηκε για την προδοσία του από τον Τούρκο υποναύαρχο Ιρογιάλα Μπέη.
Στον κατατρεγμό της κλεφτουριάς ο Κατριμουστάκης βρίσκει καταφύγιο στα βουνά του Μποντιά. Είχε μαζί του ένα φίλο αδερφοποιητό το Δημήτρη Δεληγιάννη από του Δάρα. Εκείνος έφυγε για του Δάρα, ξανάσμιξαν στη μάχη του Λεβιδιού. Πέρασε κάμποσα χρόνια στη Γορτυνία ο Κατρής και ξανάρθε το 1820. Τον άλλο χρόνο, αρχές του Μάρτη 1821, πήρε γράμμα από τον Στριφτόμπολα.
– Κατρή, πάρε όσους μπορείς κι έλα το γρηγορότερο.
Ο γεροκλέφτης κατάλαβε πως θα άνοιγε ντουφέκι. Πήρε τα ξαδέλφια, Σταμάτη και Λαμπρούλια, Ντραβηλαίους, τα αδέλφια Γιωργάκη και Κωστάκη Σιόλα που ήσαν οι αχώριστοί του. Με 10 Μπονταϊτες σύνολο έφτασε στην Κερπινή.
Στις 16 του Μάρτη 1821 μ’ εντολή του Σωτήρη Χαραλάμπη και των άλλων καπεταναίων, οιΧονδρογιανναίοι, με τους Μπονταϊτες και το Γιώργη Δημόπουλο στήσαν ενέδρα (χωσιά) στον τραπεζίτη το Βυτιναίο Νικόλα Ταμβακόπουλο και του πήραν για την επανάσταση, στη θέση χελωνοσπηλιά, τα φορτώματα με εμπορεύματα, που πήγαινε στην Τρίπολη με Βυτιναίους φίλους και συγγενείς αγωγιάτες. Ανάμεσα τους, ο γερο-Μάρκος,ο Ξυ-λομαχαίρας, ο Φαρμάκης, και ο Γιωργής. Μ’ όλο που ο Ν. Ταμβακόπουλος ξέχασε και αργότερα προσχώρησε στην επανάσταση οι τέσσερις συνωμότες αγωγιάτες, άθλιοι προδότες, στον Κατριμουστάκη απόδωσαν την αιτία και κράτησαν όρκο να τον δολοφονήσουν με κάθε τρόπο. Ο Μάρτης του 1821 είναι ο μήνας της χαραυγής για τη λευτεριά του Γένους. Από τα Καλάβρυτα ξεκινάει η πρώτη δύναμη που θα χτυπήσει την τουρκιά στο Λεβίδι.
Σωτήρης Χαραλάμπης, Νίκος Σολιώτης, Στριφτόμπολας, Κατρής, με τους δικούς του,Λεβιδαίοι, Καντυλιώτες, κι όλοι οι διαλεχτοί της Επανάστασης, φτάνουν στο Λεβίδι, στις 12 Απρίλη του 1821. Ο Κατρής μόλις πρόλαβε να χαιρετήσει τους δικούς του. Πήρε τον καπετάν Αντώνη Δραβήλα κι όσους Μπονταϊτες μπόρεσε γιατί οι Τούρκοι της Τρίπολης έφταναν στο Λεβίδι.14 Απρίλη 1821,η πρώτη μάχη και νίκη των Ελλήνων. Ο Στριφτόμπολας αναθέτει την άμυνα στα Αργυρέικα σπίτια στον Κατριμουστάκη, έμπειρο και άξιο κλέφτη. Όταν η τούρκικη σφαίρα σκοτώνει το Στριφτόμπολα, γρήγορος σαν αστραπή, τον σκεπάζει με τη φλοκάτη κάπα του και ψυχώνει τα παλικάρια.
– Παιδιά ο αρχηγός μας κοιμήθηκε κουρασμένος.
Λίγοι ιστορικοί ως τώρα είχαν την ευθύνη για την ορθή και αμερόληπτη ερμηνεία της Επανάστασης του 1821, ν’ απαντήσουν στοκαυτό ερώτημα της: Τι θα γινόταν, χωρίς την πρωτοβουλία, το τέχνασμα, την εξυπνάδα, την ταχύτητα, που ενήργησε ο πρωτοκλέφτης, να σκεπάσει το νεκρό καπετάνιο και να ψυχώσει τόσο τα παλικάρια; Ποιά θα ήταν η έκβαση της μάχης; Για ποια νίκη θα μιλάγαμε; για μια δύναμη πολύφερτη, ανεκπαί-δευτη, φοβισμένη, που πριν λίγο μαζί με τους καπεταναίους σκόρπαγε με το ζύγωμα της Τουρκιάς. Από τη φωτιά των ντουφεκιών στ’ Αργυρέικα σπίτια, τη φωτιά που έκαιγε την τουρκιά που χτυπούσε, την ίδια φωτιά που φώτιζε μέσα απ’ τους καπνούς της μάχης τα χλωμά πρόσωπα των πολιορκημένων λιονταριών, έπαιρναν φως οι καρδιές οι σκιαγμένες κι έγινε η μεγάλη φωτιά που έκαψε και σκόρπισε τον τύραννο.
Από τη νίκη αυτή ο Κατρής το μόνο λάφυρο-έπαθλο που κέρδισε ήταν το ψαρί άλογό του, που πήρε από ένα σπαχή (ιππέα)Τούρκο που τον γκρέμισε στην έξοδο στου Καμπούλη του Λεβιδιού. Ούτε σπαθί, ούτε τουφέκι, ού-τε λάφυρο. Δεν το’θελε. Είχε πάντα το δικό του. Μια επιγραφή σήμερα με τ’όνομά του στη στήλη των ηρώων στο Λεβίδι και τον Παλαιόπυργο (Μποντιά) δεν ξέρω στα Κακουρέϊκα. Τίποτε άλλο, ούτε προτομή, ούτε άγαλμα. Ποιος πρέπει γι’ αυτό να ντρέπεται;τις 22 Απρίλη,κτώ μέρες μετά τη νίκη στο Λεβίδι, Κατριμουστάκης, καπετάν Αντώνης Δραβήλας, Αλέξης Νικολάου, με τους Λεβιδιώτες, ο φλογερός καλόγερος Καλλίνικος με τους Καντυλαίους, ο Νταβίλας, Σωτήρ Χαραλάμπης με τον Τσένο, στήνουν το πρώτο στρατόπεδο στο Βαλτέτσι. Σκορπάν και ξανα-συντάσσονται ως τη μεγάλη νίκη,12 και 13του Μάη, νίκη περήφανη, με το γέρο του Μοριά πολέμαρχο.
Θαύμαζε πολύ από τους νέους το Δαραίο στρατηγό, ήρωα της Επανάστασης, Κολιό Μπακόπουλο. Τον έλεγε Τσιμπίδα, γιατί Τούρκος δεν ξέφευγε από τα χέρια του. Ο Μπακόπουλος έπεσε στη μάχη της Τραμπάλας με το φίλο του “αδελφοποιητό” Δημήτρη Δεληγιάννη. Σ’ όλες τις μάχες ως τα 1827, πήρε μέρος ο Κατριμουστάκης. Στη μάχη της Τραμπάλας, με τον Ιμπραήμ πασά, και ύστερα στην προέλαση της Αραπιάς, με την τέλεια πολεμική μηχανή και αγριότητα του Αιγύπτιου κατακτητή δεν μπόρεσε -όπως και όλη η κλεφτουριά – να κάνει τίποτα άλλο από τον κλεφτοπόλεμο, που αργά, μα σταθερά, λιάνιζε την αραπιά.
Στην εκστρατεία του Μπραϊμη στην Καρύταινα, φρόντισε να κρύψει τη φαμελιά του και να φύγει από το Μποντιά να ξανασυνάξει τ’ ασκέρι του που είχε φύγει φοβισμένο. Περνά από τη Βυτίνα.
– Βασίλη, να δεις τι κάνουν οι δικοί μου; του είπε η καπετάνισσα.
Η Βυτίνα ήταν το τέλος του, ο χαμός του. Ο Μπραϊμης πολιορκούσε και πάσχιζε να κάψει τα μοναστήρια του Αγίου Ιωάννου και Κοίμησης της Θεοτόκου. Οι προδότες τουρκεμένοι, γερο Μάρκος, Ξυλομαχαίρας, Νόλας, Γιώργης και Φαρμάκης μαθαίνουν το δρόμο πουθ’ ακολούθαγε για το Μποντιά ο Κατρής. Ολονυχτίς ο Φαρμάκης φεύγει με γράμμα για τον Καραμουσταφά, που είναι Τούρκος Λαγκαδιανός, αρχηγός του τούρκικου ιππικού.
Γνώριμος του Κατρή από χρόνια ο Τούρκος Μουσταφά Καρά, όπως και ο αγα-Γιαλέλη. Έξω από το Μπεζενίκο,(σημερινή Βλαχέρνα) φευγάτοι τον πληροφόρησε πως στον Ούδημο του Λεβιδιού έχει πολλούς αραπάδες. Στρέφει για του Δάρα, στους φίλους του. Ο κάμπος του Δάρα στρατόπεδο του Μπραϊμη. Στα Κεφαλόβρυσα, Παλαιόπυργο, Γκιούση, βόσκαν τ’ άλογά τους οι ιππείς της αραπιάς και μάζευαν τη σοδειά. Ήταν 27 Αύγουστου 1827. Στον Πύργο του Κάτω Δάρα, πιασμένο από τους Τούρκους, έφτασε το προδοτικό γράμμα και τον περίμενε ο Καραμουσταφά. Φωτιές και τουφεκίδι στον απάνω Ντάρα. Στρέφει ο Κατρής να πάρει το ύψωμα να βγει στη Χωτούσα. Στην ενέδρα, κοντά στον Πύργο, τον σταματάνε αραπάδες καβαλάρηδες και τον ζώνουν, ώσπου τ’ άλογο φτάνει κοντά στον Καραμουσταφά.Ξαφνιασμένος δεν μπόρεσε ν’ αντιδράσει.
– Ντουρ, ορέ Κατρή! Κατέβα!
– Νισάφι, Καραμουσταφά, είμαι ανήμπορος και πάω στο χωριό μου.
– Πέτα το γιαταγάνι, Κατρή!
Δεν το πέταξε. Σταματημένος κοίταγε γύρω του μήπως ξεφύγει.
– Πέτα το, κιοπέκ (σκύλε), ούρλιαξε ο Μουσταφάς.
Τον κατέβασαν οι αραπάδες. Ένας σκυλάραπας αποκεφάλισε το λιοντάρι του Μποντιά. Ήταν 68 χρόνων. Το αίμα έβαψε την άσπρη φουστανέλα και τ’ όμορφο κεφάλι του καπετάνιου έπεσε στη γη πρώτα. Το λεβέντικο κορμί έγερνε σιγά-σιγά, κομμένος, γέρικος, περήφανος έλατος της Αρκαδίας, ώσπου έσμιξε με τη γη. Δεν είδε την Ελλάδα λεύτερη ο Κατρής.
Μα οι Κατριμουστάκηδες πληθαίνουν και συνεχίζουν την περήφανη γενιά. Τον κλάψαν οι Νταραίισσες και τον έθαψε ακέφαλο ο Αντώνης Δεληγιαννης, ο φίλος του.
Τ’ όμορφο κεφάλι πήγαν για μπαξίσι στο Μπραϊμη οι σκυλαραπάδες. Στις 13 Νοέμβρητου ιδίου χρόνου, έν’ άλλο παλικάρι ξακουσμένο έπεφτε πολεμώντας την αραπιά και την τουρκιά. Ο πρωτοκαπετάνιος του Λεβι-διού Αλέξης Νικολάου, ο Αλέξης Λεβιδιώτης.
Σήμερα οι Κατριμουστάκηδες είναι 20 φαμελιές, στα Κακουρέϊκα, Τρίπολη, Αθήνα.
Είναι τίμιοι, παλικάρια, λεβεντόκορμοι, σαν τον γενάρχη τους. Πολλοί πέσαν πολεμώντας για την πατρίδα το 1911-’13-’22-’40-’44.Ο τελευταίος πατριώτης Κατριμουστάκης που εκτελέστηκε από τους Γερμανούς ναζιστές
ήταν ο Βασίλης Βασίλη Κατριμουστάκης. Είχε στην Αθήνα το φημισμένο ουζερί “Μπελ Αμί”. Εκεί σύχναζαν οι πατριώτες αγωνιστές. Εκεί πρωτοτραγούδησε ο Γρηγόρης Μπιθικότσης και για χάρη του αξέχαστου Βασίλη έγραψε το τραγούδι του”.
Στο θάνατο του Κατριμουστάκη αναφέρεται και το παρακάτω δημοτικό τραγούδι:
“Το λένε οι κούκοι στα βουνά κ’οι πέρδικες στους κάμπους
το λέει και μία Νταριώτισσα στου Χελωνά στη Ράχη:
-Κατρή, καλά σου λέγανε οι φίλοι και οι δικοί σου,
τι χάλευες, τι γύρευες στην έρημη Βυτίνα;
– Με γέλασ’ η γυναίκα μου ,να πα στους ιδικούς μου,
κι’ εκεί μου είχαν προδοσιά γέροντες Βυτινιώτες,
ο γερο-Μάρκος το σκυλί, με τον Ξυλομαχαίρα,
Μουλά Γεωργάκη άπιστος κι’ο σκύλος ο Φαρμάκης.
Πιάνουν και κάνουν μια γραφή, τη στέλνουν στο Μπιλάλη:
-Σε σένα, Καραμουσταφά, σε σένα, κυρ-Μπιλάλη,
ώρα να ιδής το γράμμα μας και λάβεις τη γραφή μας.
Αυτού περνάει ο Κατρής, περνάει ο Βασίλης,
σύλλαβέ τον κερατά και κόψ’του το κεφάλι!
Τρία καραούλια έβαλε μέσ’το Απάνω Χάνι,
τόνα τηράει το Χελωνά,τ’άλλο τ’ Απάνω Ντάρα,
το τρίτο το καλύτερο τηράει τους Πολέμους.
Και ο Κατρής ξανάφανε με μια ψαριά φοράδα:
– Πολλά τα έτη, Μουσταφά!
– Καλώς τον τον Βασίλη!
– Βασίλη, πόθεν έρχεσαι και πόθενε πηγαίνεις;
– Από το δρόμο μ’ έρχομαι, στο σπίτι μου πηγαίνω
– Για πιάστε τον τον κερατά, κόψτε του το κεφάλι,
Και ο Γιαλελής εφώναξεν από το Πύργο μέσα:
-Παιδιά, μην τον σκοτώνετε κ’ είναι προσκυνημένος,
έχει γυναίκα κ’είναι νιά,παιδιά κ’είναι μικρούλια,
Κι’ αυτοί δεν τ’αγροικήσανε, του κόψαν το κεφάλι,
και του Βεζύρη το ‘στειλαν,να πάρουν το μπαξίσι”.
Αλλά και ο σύγχρονος Παλαιόπυργος τραγούδησε τον αγωνιστή και ήρωα της πατρίδας καπετάν Βασίλη Κατριμουστάκη:
Κατριμουστάκης έγειρε,στου Ντάρα μεσ’τον κάμπο.
Ο πρωτοκλέφτης του Μποντιά,κοιμάται στ’όνειρό του.
Τι να ονειρεύεται ο Κατρής και τάχα τι να βλέπει;
όπου γλυκό χαμόγελο στα χείλη του χαράζει;
Τα δασωμένα στήθια του,αέρας τα κινάει.
Και στ’ασημόχρωμα μαλλιά,στεφάνι ματωμένο.
Λάμπουν στο φεγγαρόφωτο,πεσμένα τ’άρματά του.
Και στο βαρύ το χέρι του,κρατάει το σπαθί του.
Το χώμα σκάβει τ’άλογο, που τόνε συντροφεύει.
Στ’άφέντη τ’άψυχο κορμί,το χνώτο του φυσάει,
μήπως του δώσει τη ζωή, μήπως τον αναστήσει.
Πότε λιγάει τα γόνατα ν’ανέβη ο καβαλάρης,
κι άλλοτ’ανασηκώνεται στα εμπροστινά του πόδια,
τ’άλογο το περήφανο,σπαθίζει τον αγέρα,
κι’όλο βροντάν τα σίδερα,πάνω στα χαλινάρια.
Σαν χρεμετίζει θλιβερά,ηχολογάει ο κάμπος.
Κοντά του στέκει η λευτεριά,βουβή και δακρυσμένη.
Παρ’έκει μια Νταριώτισσα,του λέγει μοιρολόγι.
Σήκω Κατρή κι εχάραξε,και ξημερώνει η μέρα.
Εσύ βαρυοκοιμήθηκες και πως να σε ξυπνήσω.
Ξεθάρεψε ο Κεγαχιάς,τον τόπο μας σκλαβώνει.
Και καμαρώνει η αραπιά,τ’ασκέρι του Μπραϊμη.
Σήκω Κατρή και χάραξε,και ξημερώνει η μέρα,
για να’βρεις τον Στριφτόμπολα,τον καπετάν Αλέξη,
να μπήτε στ’Αργυρέικα,να μπήτε στο Λεβίδι,
και να ψυχώσεις τα παιδιά,να τους μοιράσεις βόλια.
15.3.94 Γιώργος Ιω. Παναγιωτόπουλος

ΚΑΠΕΤΑΝ ΑΝΤΩΝΗΣ ΔΡΑΒΙΛΑΣ

Ο καπετάν Αντώνης Δραβίλας υπήρξε οπλαρχηγός του 1821 από το χωριό Μποντιά όπως λεγόταν τότε το χωριό μας.
Διατηρούσε, με έξοδά του, δική του ομάδα από Μπονταϊτες αγωνιστές και μερικούς άλλους από τα γειτονικά χωριά.
Παλαιός κλέφτης και στενός φίλος του Κολοκοτρώνη που τον ακολουθούσε παντού.
Έλαβε μέρος στη μάχη της Γράνας, στη μάχη του Βαλτετσίου, των Βερβαίνων, των Δολιανών, στην πολιορκία της Τρίπολης κάτω από τις διαταγές του Κολοκοτρώνη, του Νικηταρά, του Πλαπούτα και άλλων ηρωικών καπεταναίων του 1821.
Μαζί με άλλους οπλαρχηγούς και καπεταναίους δημιούργησαν το πρώτο στρατόπεδο των Ελλήνων στο Λεβίδι και έλαβε μέρος στην πρώτη νικηφόρα μάχη των προγόνων μας στο Λεβίδι στις 14 Απριλίου 1821.
Μαζί με το Νικηταρά, τον Πλαπούτα, τον Ιωάν. Κολοκοτρώνη, τον Κανέλλο Δεληγιάνη, Χατζηχρήστο και άλλους οπλαρχηγούς της περιοχής τον βλέπουμε να υπογράφει σε πολλά πιστοποιητικά, επιβεβαιώνοντας τη δράση των προγόνων μας στον απελευθερωτικό αγώνα του 1821.
Από τους προεστούς του χωριού είχε μυηθεί, μαζί με τον Κατριμουστάκη, στα μυστικά της Φιλικής Εταιρείας.
Υπήρξε αγνός πατριώτης και δεν επεδίωξε να αποκτήσει οφέλη από τη συμμετοχή του στον Αγώνα γι’ αυτό και δεν υπόβαλε αίτηση για αναγνώριση των εκδουλεύσεων του.
Η πατρίδα τον τίμησε με αξιώματα και παράσημο και του παραχώρησε γεωργική έκταση για καλλιέργεια αυτός όμως δεν αποδέχθηκε τη προσφορά και παράμεινε μέχρι το τέλος αγνός και τίμιος αγωνιστής.

 

 

Κλείσιμο