Γράφει ο Απόστολος Παπουτσής

 

 

 

 

 

Πάνω από σαράντα δύο χρόνια έχουν πέρασει, από τότε που πήγα στην Κιάφα και στη Γαβριά, όχι  ως σπόρτ όπως τώρα, αλλά λόγω ανάγκης, να πάω με τα πρόβατα ή για να μαζέψω τα μουλάρια. Δεν θυμάμαι  για ποιόν ακριβώς λόγο πήγα σε αυτά τα μέρη την τελευταία φορά πριν φύγω για τον Καναδά το 1967.

Πάντα επιθυμούσα  να ξαναπερπατήσω αυτά τα μονοπάτια, και να δείξω στα παιδιά μου, αφού και αυτά θέλουν να μάθούν,  πού μεγαλώσαμε και πώς περάσαμε τα παιδικά μας χρόνια. Η επιθυμία μου ήταν να επισκεφτώ ορισμένα τοπία όπως τη λάκα του Λίμιθυ, τη Κιάφα και Γαβριά. Σε αυτά τα σημεία είχαμε περάσει πολύ χρόνο, και πολλες φορές είχαμε κοιμηθεί εκεί, την άνοιξη και το καλοκαίρι, με τα πρόβατα.

Σε προηγούμενες επίσκεψεις στο χωριό, ίσως επειδή πολλοί χωριανοί  με αποθάρρυναν λεγοντάς μου ότι οι δρόμοι  έχουν κλείσει, δεν είχα αποφασίσει να ανέβω. Αυτή τη φορά όμως αποφάσισα να ανέβω, συνοδευόμενος απο τον γιό μου Στέφανο, τήν κόρη μου Παναγιώτα και την Καναδέζα  φίλη και συμμαθητριά της, Stefanie.

Περίμενα η διαδρομή μας  να είναι δύσκολη, αλλά δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ πόσο οι δρόμοι έχουν εξαφανιστεί, πόσο τα πουρνάρια έχουν μεγαλώσει και έχουν  κλείσει όλα τα μονοπάτια.  Με το πέρασμα του χρόνου το χώμα έχει ξεπλυθεί,  αφήνοντας τις πέτρες στα μονοπάτια να προεξέχουν όλο και περισσότερο, κάνοντας το περπάτημα πολύ δύσκολο.

Η διαδρομή διάρκεσε πολύ περισσότερο από ότι αναμέναμε.  Το νερό που είχαμε πάρει μαζί μας τελείωσε νωρίς και διψάσαμε. Ελπίζαμε ότι θα βρίσκαμε κρύο νερό στη Γαβριά, αλλά δυστυχώς ούτε σταγόνα νερό δεν έτρεχε στη πηγή, στο βράχο της Γαβριάς.  Η διαδρομή απο τη λάκα του Λίμιθυ μέχρι τη Κιάφα ήταν πολύ δυσκολη. Ήταν μια πρόκληση για να βρούμε δρόμο για τη Κιάφα πηγένοντας απο τα κλαριά του Αλέξη. Απο την Κιάφα μέχρι τη Γαβριά αποφασίσαμε να πάμε απο το Κανδυλέικο, γιατί το περπάτημα ήταν πιό εύκολο επειδή δεν έχει πουρνάρια, όπως στο προσήλιο.

Γνωρίζοντας πόσο δύσκολο θα ήταν να επιστρέψουμε  στον ίδιο δρόμο απο το προσήλιο, αποφάσισαμε  να κατέβούμε από τη Γαβριά στη στέρνα του Κατσαρού και να πάρουμε  το δρόμο για την επιστροφή στο χωριό. Αλλά και αυτή  η διαδρομή μέχρι την στέρνα του Κατσαρού  ήταν εξίσου δύσκολη, και κατά στιγμές  πολύ δύσκολη, καθώς δεν υπήρχαν καθόλου μονοπάτια.  Μας πήρε πολύ χρόνο για να κατεβούμε μέχρι τη στέρνα του Κατσαρού και να πάρουμε το δρόμο για το χωριό.

Αυτό που με απαγοήτευσε ήταν η ερήμωση της γής και η ησυχία που συναντήσαμε. Σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής μας συναντήσαμε μόνο ένα απομονομένο  τραυματισμένο τραγί   στο τρίτο ρέμα, τέσσερες αγελάδες στη Γαβριά, και ένα κοπάδι γίδια στη στέρνα του  Κατσαρού.  Αυτό είναι μια μεγάλη αντίθεση με τα χρόνια που μαγαλώναμε. Τότε τα βουνά και χωράφια ήταν γεμάτα ζωή. Φεύγοντας από το χωριό και βγαίνοντας  πέρα απο το Καταράχι  και στη Σκάλα άκουγες τα τροκάνια από τά διάφορα κοπάδια πρόβατα, τα τσοκάνια των γιδιών του χωριού, τα διάφορα κουδούνια των μουλαριών και το θόρυβο από τις δραστηριότητες των χωριανών που εργάζονταν στα χωράφια.

Ήταν λυπηρό να παρακολουθούμε αυτή την κατάσταση της ηρεμίας και της εγκατάλειψης. Τα χωράφια στις πλευρές έχουν αφεθεί ουσιαστικά ακαλλιέργητα. Ειναι καταθλιπτικό να διαπιστώνεις ότι η γεωργική και κτηνοτροφική ζωή, όπως τι ζήσαμε, να είναι ένα πράγμα τού παρελθόντος.

Αισθάνομαι μια ικανοποίηση που μπόρεσα να κάνω αυτή τη διαδρομή, να ξαναζήσω αναμνήσεις από την παιδική μου ηλικία, και να εξηγήσω στα παιδιά μου  ιστορίες του παρελθόντος μου.

Στην άκρη στο χωριό, στο Καταράχι, πάνω απο τις μυγδαλιές του Βέζα, με τη Παναγιώτα και το Στέφανο αρχίζουμε τη πορεία για τη Γαβριά.

 

Μας πήρε ο ήλιος, μετά το πρώτο ρέμα.

 

Στον Κοκινόβραχο ψάχνω για το όνομά μου. Το μόνο όνομα που βρήκα είναι το Κώστα Α. Παυλόπουλου.

 

Στο Κοκινόβραχο, στο δέυτερο ρέμα.

 

Ο Στέφανος αγναντέυει απο το δέυτερο ρέμα, ανατολικά απο το Κοκινόβραχο. Στο βάθος φαίνονται τα αμπέλια και η Πανόβρυση.

 

Ένα απομονωμένο τραυματισμένο τραγί (κούτσαινε), στα μαντριά του Ξύγκα, στο τρίτο ρέμα.

 

Η στρούγκα στη λάκα του Λίμιθυ.

 

Εδώ είχαμε κοιμηθεί πολλές φορές την άνοιξη  και το καλοκαιρι, όταν είχαμε τα πρόβατα.

Λίγο  πιό  κάτω από εδώ είναι η τρύπα του Λίμιθυ. Σαν παιδία, οταν είμαστε κοντά στη τρύπα, δεν χάναμε  την ευκαιρία, να ρίξουμε  πέτρες στην τρύπα για να ακούσουμε  τον θόρυβο και την ηχώ, όπως οι πέτρες έπεφταν και χτυπούσαν στις πλευρές της τρύπας. Ένας δυνατός ήχος στην αρχή, που έσβηνε σιγα-σιγά στο βάθος της τρύπας.  Δεν είχαμε αφήσει πέτρα κοντά στη τρύπα.

 

Στη λάκα της Κιάφας με τον Στέφανο Και την Παναγιώτα.

 

Στη λάκα της Κιάφας.

 

Η στρούγκα στην Κιάφα. Εδώ δεξιά στη στρούγκα είναι που στρώναμε και κοιμόμαστε.

 

Η ανατολική λάκα της Κιάφας. Στο βάφος δεξιά είναι η Κορομπιλιά και πάνω ψήλα η λάκα το Κοστολάμπρου.

 

Η Παναγιώτα στη λάκα της Κιάφας. Πίσω στο βάθος είναι ο κάμπος της Κανδύλας.

 

Πλησιάζουμε στη Γαβριά, πηγαίνοντας απο το Κανδυλέικο. Επάνω δεξιά ειναι ο βράχος του Τσακινού και το Περιστέρι. Πίσω στο βάθος διακρίνεται το Λεβίδι.

 

Στο βράχο της Γαβριάς

Στο βράχο της Γαβριάς

Στο βράχο της Γαβριάς

Απο τη πηγή αυτή εδώ στο βράχο της Γαβριάς έτρεχε το νερό που γέμιζε το σπυθάρι και τη στέρνα του Αλέξη (που είναι σκαλισμένη μέσα στη πέτρα), μερικά βήματα πιο κάτω.

Η στέρνα του Αλέξη κάτω απο το βράχο της Γαβριάς. Ο τοίχος που ήταν γύρο στη στέρνα δεν υπάρχει πιά. Μόνο μερικά ξερά κλαριά προστατέυουν τα ζωντανά, να μην πέσουν μέσα.

O ανατολικός βράχος της Γαβριάς, κοιτώντας προς το Γκιαφτούρδη. Στη μικρή σπηλιά στο βράχο αποθηκέυαμε τα ρούχα, (σαίσματα και κουρέλες), που στρώναμε και κοιμόμαστε.

Η στέρνα του Κατσαρού

Το γκρεμισμένο καλύβι στη στέρνα του Κατσαρού

Στη στέρνα του Κοντώση.

Στη Γκρεμήλα, προχωράμε προς το χωριό.